Η «αυλαία» της δεύτερης συνόδου κορυφής για τη Δημοκρατία στο φόντο βαθιάς κρίσης του θεσμού και γεωπολιτικών επιδιώξεων των ΗΠΑ

Στην τελευταία έκθεσή της, η αμερικανική ΜΚΟ Freedom House κάνει λόγο για μια συνολική επιδείνωση της δημοκρατίας παγκοσμίως, αν και με μια μικρή… νότα αισιοδοξίας.

Το χάσμα μεταξύ του αριθμού των χωρών που βελτίωσαν ή αντίθετα περιόρισαν τα ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες το 2022, επισημαίνει, ήταν το μικρότερο που έχει αναφερθεί ποτέ μέσα σε μια 17ετία διαρκούς αντιδημοκρατικής διολίσθησης.

Ενδεικτικά, ο «Δείκτης Δημοκρατίας» στην τελευταία ετήσια έκθεση του Τμήματος Ερευνών και Αναλύσεων του Economist (EIU) για το 2022 δείχνει ότι λιγότερο από το ήμισυ του παγκόσμιου πληθυσμού (45,3%) ζει πλέον σε κάποιου τύπου δημοκρατία.

Μόλις το 8% κατοικεί σε «πλήρεις δημοκρατίες». Ως τέτοιες χαρακτηρίζονται συνολικά 24 χώρες (+3 από το 2021). Σε αυτές, δεν συγκαταλέγονται οι ΗΠΑ.

Κατατάσσονται αντίθετα στην επόμενη κατηγορία των αποκαλούμενων «ατελών δημοκρατικών», που αντιστοιχούν στο 37,3% του παγκόσμιου πληθυσμού.

Ακολουθούν τα «υβριδικά καθεστώτα» και τέλος τα «αυταρχικά», όπου ζει το 36,9% των κατοίκων του πλανήτη. «Ένα μεγάλο ποσοστό», σημειώνεται στην έκθεση, «βρίσκεται στην Κίνα και στη Ρωσία».

Σε αυτό το φόντο, εν μέσω του πολέμου στην Ουκρανία, ενός υπό διαμόρφωση νέου Ψυχρού πολέμου και μιας πρωτοφανούς δοκιμασίας των θεμελιωδών αρχών της Δημοκρατίας αυτές τις ημέρες στη Γαλλία και στο Ισραήλ -δύο στρατηγικούς συμμάχους των ΗΠΑ- διεξάγεται η δεύτερη Σύνοδος Κορυφής για τη Δημοκρατία.  Μια πρωτοβουλία του Αμερικανού προέδρου Μπάιντεν.

Άρχισε την Τρίτη, κυρίως μέσω διαδικτύου, και θα διαρκέσει έως την Πέμπτη. Οργανώθηκε, δε, σε μια περίοδο αμφισβήτησης της ηγεμονίας των ΗΠΑ και του δολαρίου από τον άξονα Πεκίνου-Μόσχας.

Ο Τζο Μπάιντεν και η ομάδα του προτιμούν να την παρουσιάζουν ως μέρος της «μάχης της Δημοκρατίας κατά της απολυταρχίας», όπως ο Λευκός Οίκος πλέον οριοθετεί την παρούσα κατάσταση στη διεθνή σκηνή.

Δύο μέτρα και σταθμά

Το σκηνικό έχει αλλάξει άρδην από την πρώτη Σύνοδο Κορυφής για τη Δημοκρατία που οργάνωσε ο Μπάιντεν τον Δεκέμβριο του 2021. Ο κόσμος τότε έβγαινε από την πανδημία της COVID-19 και η Ουάσιγκτον επεδίωκε -μετά τη «λαίλαπα» της προεδρίας Τραμπ- να αποκαταστήσει τον διεθνή πρωταγωνιστικό της ρόλο.

Όμως στο τέλος μιας χρονιάς που οι ΗΠΑ είχαν βιώσει τη σοκαριστική εισβολή στο Καπιτώλιο, εκείνη η πρώτη σύνοδος είχε ελάχιστα απτά αποτελέσματα -κατά πολλούς κανένα- πέρα ίσως από την προώθηση της ατζέντας της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Οι επικριτές της πρωτοβουλίας τονίζουν ότι η δεύτερη, εν εξελίξει σύνοδος ουσιαστικά καταδεικνύει όχι μόνο τη στασιμότητα, αλλά και την υποκρισία της πολιτικής Μπάιντεν στην προάσπιση και προώθηση των αρχών της Δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Προς επίρρωση, «δείχνουν» προς την αμφιλεγόμενη λίστα των 121 προσκεκλημένων χωρών στη σύνοδο -οι οκτώ για πρώτη φορά.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται αρκετές που θεωρούνται κρίσιμοι σύμμαχοι των ΗΠΑ, αλλά βρίσκονται σε δημοκρατική οπισθοδρόμηση.

Δεν είναι μόνο το Ισραήλ -όπου η κυβέρνηση Νετανιάχου μεθοδεύει την ποδηγέτηση της δικαστικής εξουσίας, ενόσω ο ίδιος ο πρωθυπουργός δικάζεται για διαφθορά- ή η Πολωνία, όπου οι ΗΠΑ μόλις εγκαινίασαν την πρώτη μόνιμη στρατιωτική φρουρά, στο πλαίσιο της ενίσχυσης της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ έναντι της Ρωσίας.

Είναι επίσης η επαμφοτερίζουσας εξωτερικής πολιτικής Ινδία, που οι ΗΠΑ πασχίζουν μάταια μέχρι τώρα να την πείσουν να ενταχθεί στο μέτωπο απομόνωσης της Μόσχας.

Αυτά, ενόσω κάνουν τα «στραβά μάτια» ακόμη και στην πρόσφατη αποβολή του ηγέτη της αντιπολίτευσης, Ραχούλ Γκάντι, από το κοινοβούλιο: το τελευταίο ανησυχητικό δείγμα πολιτικής γραφής του εθνικιστή πρωθυπουργού Ναρέντρα Μόντι.

Στους προσκεκλημένους είναι επίσης χώρες όπως το Πακιστάν, όπου ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν -που εκδιώχθηκε πέρυσι από το αξίωμα, ενώ επεδίωκε στενότερους δεσμούς της χώρας του με τη Ρωσία και την Κίνα- δέχθηκε δολοφονική επίθεση και τώρα κατηγορείται για «τρομοκρατία» και «διαφθορά».

Διαχωριστικές γραμμές

Εκτός λίστας έμειναν αντίθετα -και δικαίως από πλευράς μη σεβασμού των δημοκρατικών αξιών- οι δύο απείθαρχοι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ, Ουγγαρία και Τουρκία.

Στη «μαύρη λίστα» είναι επίσης η Σαουδική Αραβία, μια χώρα που ο Μπάιντεν υποσχόταν να καταστήσει «παρία», αλλά τελικά την επισκέφθηκε τον περασμένο καλοκαίρι με τυμπανοκρουσίες, σε μάταιη αναζήτηση συναίνεσης για την αύξηση της πετρελαϊκής παραγωγής.

Το ίδιο ισχύει και για την Αίγυπτο, μόλις τέσσερις μήνες αφότου ο Αμερικανός πρόεδρος είχε συναντήσει στο Σαρμ ελ-Σέιχ τον Αιγύπτιο ομόλογό του, Αμπντέλ Φάταχ αλ-Σίσι, πλέκοντας τότε το εγκώμιο του Καΐρου για την καταδίκη του στον πόλεμο της Ουκρανίας.

Η λίστα των προσκεκλημένων περιλαμβάνει αντίθετα πολλά άλλα αφρικανικά κράτη -με «παρθενική» συμμετοχή για την Ακτή του Ελεφαντοστού, τη Γκάμπια, τη Μαυριτανία, τη Μοζαμβίκη και την Τανζανία- καθώς οι ΗΠΑ επιχειρούν να κερδίσουν το χαμένο έδαφος στην Αφρική απέναντι στην γεωπολιτική επέκταση της Κίνας και της Ρωσίας.

Ο πρόεδρος Μπάιντεν προσπαθεί να «απωθήσει την προσφορά της Κίνας» για ένθεν κακείθεν στενές οικονομικές συνεργασίες, «προβάλλοντας ως επιχείρημα ότι, για μια καλή οικονομία, είναι απαραίτητες οι αρχές της Δημοκρατίας», παρατηρεί ο αναλυτής Άντριου Τσίταμ του ομοσπονδιακού ιδρύματος Ινστιτούτο Ειρήνης των ΗΠΑ (USIP).

Δίκην πολυμέρειας, από τον Λευκό Οίκο κλήθηκαν ως συνδιοργανωτές της φετινής συνόδου οι ηγέτες τεσσάρων χωρών -της Ολλανδίας, της Νότιας Κορέας, της Ζάμπια και της Κόστα Ρίκα- από ισάριθμες ηπείρους.

Όπως πάντως συνέβη και το 2021, έτσι και τώρα η σύνοδος δέχεται καταιγισμό επικρίσεων ως «όχημα» εξυπηρέτησης των στρατηγικών συμφερόντων της Ουάσιγκτον, παρά στήριξης της Δημοκρατίας.

Αντλώντας παραδείγματα από το πρόσφατο παρελθόν, ο αναλυτής Κρίστοφερ Ερντάνες-Ρόι του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών ήταν ακόμη πιο οξύς στην κριτική του.

«Η κυβέρνηση Μπάιντεν», σχολίασε, «έχει φτάσει στο σημείο να διαπραγματεύεται με έναν δικτάτορα για να αντιμετωπίσει έναν άλλο».

Leave a Comment