
Η παγίδα του Θουκυδίδη και ο φόβος των Αρχαίων Ελληνικών
Γράφει η Μαρίζα Φουντοπούλου, Καθηγήτρια Μεθοδολογίας της Διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών, Φιλοσοφική Σχολή, ΕΚΠΑ
Την ίδια στιγμή, όμως, στη χώρα όπου ο Θουκυδίδης έζησε, έγραψε και διαμόρφωσε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές και ιστορικές αναλύσεις της παγκόσμιας γραμματείας, η δημόσια συζήτηση γύρω από τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών εξακολουθεί να παραμένει εγκλωβισμένη σε ιδεολογικές αγκυλώσεις, στείρες αντιπαραθέσεις και ψευδοδιλήμματα προηγούμενων δεκαετιών. Συζητούμε ακόμη αν πρέπει να διδάσκονται τα Αρχαία Ελληνικά. Συζητούμε αν πρέπει να διδάσκονται από το πρωτότυπο ή από μετάφραση. Αν προτεραιότητα έχει η γλώσσα ή το περιεχόμενο. Αν το μάθημα πρέπει να υπηρετεί τη γραμματικοσυντακτική ανάλυση ή την κατανόηση ιδεών και αξιών. Αν η διδασκαλία του οφείλει να στηρίζεται σε παραδοσιακές ή σε νεότερες παιδαγωγικές θεωρίες. Και μέσα σε αυτή τη διαρκή αντιπαράθεση, το ίδιο το κείμενο χάνεται.
Για δεκαετίες, η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών κινήθηκε ανάμεσα σε δύο εξίσου προβληματικές μονομέρειες. Από τη μία πλευρά, η αποσπασματική γλωσσοκεντρική προσέγγιση αντιμετώπισε το κείμενο ως πεδίο αποκλειστικά γραμματικοσυντακτικής επεξεργασίας. Η γλώσσα αυτονομήθηκε από το νόημα και η διδασκαλία οδηγήθηκε συχνά σε έναν τεχνικό μηχανισμό αποκωδικοποίησης μορφών, τύπων και συντακτικών σχημάτων, χωρίς ουσιαστική πρόσβαση στη σκέψη, στις ιδέες και στον ανθρώπινο προβληματισμό που μεταφέρει το ίδιο το κείμενο. Από την άλλη πλευρά, ως αντίδραση σε αυτή τη στρέβλωση, αναπτύχθηκαν προσεγγίσεις που υποβάθμισαν ή ακόμη και παραμέρισαν τη γλωσσική διάσταση, αντιμετωπίζοντας το αρχαιοελληνικό έργο σχεδόν αποκλειστικά ως φορέα ιδεών μέσω της νεοελληνικής μετάφρασης.
Και ίσως ακριβώς εδώ να βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση της ελληνικής εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Την ώρα που η διεθνής κοινότητα, τα πανεπιστήμια, τα κέντρα στρατηγικών σπουδών και η παγκόσμια πολιτική σκηνή αξιοποιούν τον Θουκυδίδη, τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα ή τους τραγικούς ως ζωντανά εργαλεία ερμηνείας του σύγχρονου κόσμου, εμείς εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε τα Αρχαία Ελληνικά είτε ως ένα εξεταστικό βάρος είτε ως ένα ιδεολογικά ύποπτο κατάλοιπο του παρελθόντος. Σχεδόν αισθανόμαστε την ανάγκη να απολογηθούμε για την ύπαρξή τους μέσα στο σχολείο, φοβούμενοι μήπως χαρακτηριστούμε συντηρητικοί, οπισθοδρομικοί ή προσκολλημένοι σε ένα νεκρό παρελθόν.
Στην πραγματικότητα, καμία από αυτές τις διαστάσεις δεν αρκεί από μόνη της. Καμία θεωρία δεν μπορεί να διεκδικήσει αποκλειστικότητα απέναντι στο αρχαιοελληνικό κείμενο, ακριβώς επειδή το ίδιο το κείμενο είναι πολυεπίπεδο, σύνθετο και ανθρωποκεντρικό. Η ουσιαστική διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών προϋποθέτει σύνθεση και όχι αποκλεισμούς. Προϋποθέτει τη συνάντηση της γλωσσικής ανάλυσης με την ερμηνεία, της φιλολογικής ακρίβειας με τη νοηματοδότηση, της ιστορικής γνώσης με τον σύγχρονο προβληματισμό, της παιδαγωγικής θεωρίας με τη ζωντανή διδακτική πράξη. Προϋποθέτει, κυρίως, να σταματήσουμε να βλέπουμε το μάθημα ως πεδίο ιδεολογικής σύγκρουσης και να αρχίσουμε να το αντιμετωπίζουμε ως πεδίο μορφωτικής συγκρότησης.
Γιατί το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν οι μαθητές θα αποστηθίσουν γραμματικούς τύπους ούτε αν θα πληροφορηθούν απλώς κάποιες αφηρημένες «ανθρωπιστικές αξίες». Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν θα αποκτήσουν πρόσβαση σε έναν τρόπο σκέψης που τους επιτρέπει να κατανοούν τον άνθρωπο, τη γλώσσα, την πολιτική, την ιστορία, τη σύγκρουση, τη δημοκρατία, την ευθύνη και τη δύναμη του λόγου. Είναι αν θα μάθουν να αντιλαμβάνονται ότι οι λέξεις δεν είναι ουδέτερα σχήματα, αλλά φορείς νοήματος, ιδεολογίας, πολιτικής και ανθρώπινης εμπειρίας. Είναι αν θα μπορούν να διαβάζουν πίσω από τις λέξεις και ταυτόχρονα μέσα από αυτές.
Πλήττει συνολικότερα τη δυνατότητα της εκπαίδευσης να λειτουργεί ως χώρος ουσιαστικής ανθρωπιστικής καλλιέργειας.
Και ίσως τελικά να υπάρχει κάτι βαθιά ειρωνικό σε όλη αυτή την κατάσταση. Την ώρα που μεγάλα κέντρα στρατηγικής σκέψης, πανεπιστήμια, διεθνείς αναλυτές και πολιτικοί ηγέτες επιστρέφουν διαρκώς στον Θουκυδίδη προκειμένου να ερμηνεύσουν τη φύση της ισχύος, της σύγκρουσης και της πολιτικής συμπεριφοράς των κρατών, εμείς εξακολουθούμε να συζητούμε αν τα Αρχαία Ελληνικά είναι «χρήσιμα», αν «κουράζουν» τους μαθητές ή αν αποτελούν ένα αναχρονιστικό βάρος για το σχολείο.
Θεωρούμε συχνά ότι είμαστε οι αυτονόητοι κληρονόμοι και οι φυσικοί ειδήμονες αυτής της παράδοσης μόνο και μόνο επειδή γεννηθήκαμε στη γλώσσα της. Την ίδια στιγμή, όμως, άλλοι λαοί, άλλα πανεπιστήμια και άλλες κοινωνίες αξιοποιούν συστηματικά τον πνευματικό πλούτο της αρχαιοελληνικής γραμματείας για να ερμηνεύσουν το παρόν, να σχεδιάσουν πολιτικές, να επενδύσουν στη σκέψη, στην έρευνα και στη στρατηγική ανάλυση, ενώ εμείς παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε μια αέναη εσωστρέφεια, εξαντλώντας την ενέργειά μας σε εσωτερικές αντιπαραθέσεις γύρω από το αν αξίζει να διδάσκεται το ίδιο το κείμενο.
Σαν να θεωρούμε ότι η κατοχή μιας κληρονομιάς αρκεί από μόνη της για να εγγυηθεί και την ουσιαστική αξιοποίησή της. Όμως η ιστορία δεν δικαιώνει όσους απλώς κληρονομούν· δικαιώνει όσους μπορούν να κατανοήσουν, να επανανοηματοδοτήσουν και να μετασχηματίσουν δημιουργικά αυτό που παρέλαβαν.
Αντί, λοιπόν, να αναρωτιόμαστε διαρκώς αν τα Αρχαία Ελληνικά έχουν θέση στο σύγχρονο σχολείο, ίσως θα έπρεπε να αναρωτηθούμε κάτι πολύ πιο ανησυχητικό: πώς είναι δυνατόν ο υπόλοιπος κόσμος να συνεχίζει να ανακαλύπτει μέσα στα αρχαιοελληνικά κείμενα εργαλεία κατανόησης του μέλλοντος, την ίδια στιγμή που εμείς δυσκολευόμαστε ακόμη να αναγνωρίσουμε τη μορφωτική τους αξία και τη χρηστικότητά τους στο παρόν και το μέλλον;